βόθρος

βόθρος
Grammatical information: m.
Meaning: `hole, trench, pit (dug in the ground)' (Il.; on the meaning s. Hutchinson JHSt. 55, 1ff.; also as sports term, s. Jüthner WienStud. 53, 68ff.).
Derivatives: βοθρίον (Alciphr.) also `small ulcer' (Hp.). - Also (cf. Schwyzer 481) βόθῡνος m. (Cratin.; cf. αἰσχρός : αἰσχύνομαι, Chantr. Form. 208).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: βόθρος and βόθυνος have been connected with Lith. bedù `sting, dig', Lat. fodio `dig', fossa , Welsh bedd `canal'. One assumes a dissimilated PIE *bodh-, or influence of βαθύς (but Alkiphr. 3, 13 ἐμβαθύνας βόθρια may be a later association). - H. Petersson, Heteroklisie 128ff., assumes a labiovelar and connects γυθίσσων διορύσσων H. and further βαθύς etc. (s. βυθός); improbable. - The IE connection is impossible, and the formation (nominal -ῡν-, s. Beekes, Pre-Greek) is also suspect; the meaning too makes a Pre-Gr. word probable.
Page in Frisk: 1,248-249

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βόθρος — hole masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόθρος — ο (AM βόθρος) νεοελλ. βαθύς σκεπασμένος λάκκος όπου διοχετεύονται και συγκεντρώνονται ακαθαρσίες αρχ. μσν. λάκκος, όρυγμα στο έδαφος αρχ. κοιλότητα σε βράχο για το πλύσιμο των ρούχων. [ΕΤΥΜΟΛ. Το βόθρος (με επίθημα * ro ), αποτελεί λέξη ήδη… …   Dictionary of Greek

  • βόθρος — [вотрос] ουσ. а. ров, канава, выгребная яма …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βόθρος — ο τεχνητός ή φυσικός υπόγειος λάκκος που μαζεύει τις ακαθαρσίες, καταβόθρα: Στο νησί όλα τα σπίτια έχουν βόθρο, επειδή δεν υπάρχει δίκτυο υπονόμων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζυγωματικός ή υποκροτάφιος βόθρος — Πυραμιδοειδής κοιλότητα στο πλάγιο τμήμα του προσώπου, μεταξύ του κυρτώματος της άνω γνάθου και της πτερυγοειδούς απόφυσης του σφηνοειδούς οστού. Επικοινωνεί προς τα πάνω με τον κροταφικό βόθρο και προς τα κάτω με τον πτερυγοϋπερώιο βόθρο …   Dictionary of Greek

  • ιγνυακός βόθρος — Ρομβοειδής κοιλότητα που σχηματίζεται στο γόνατο, στην πίσω επιφάνειά του. Από την κοιλότητα αυτή περνά η ιγνυακή αρτηρία (η οποία είναι συνέχεια της μηριαίας), η ιγνυακή φλέβα, το κνημιαίο καθώς και το κοινό περονιαίο νεύρο …   Dictionary of Greek

  • βόθροι — βόθρος hole masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόθροιο — βόθρος hole masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόθροις — βόθρος hole masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόθροισι — βόθρος hole masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόθροισιν — βόθρος hole masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.